Αφηγητής: Χαράλαμπος Μεταξάς
Από το βιβλίο του Βασίλη Μυλωνά “Ιστορίες και Αφηγήσεις της παλιάς εποχής” (Έκδοση Πολιτιστικού & Μορφωτικού Συλλόγου Ξεριά, 2008)
Η μέρα που έφυγαν οι Βούλγαροι
“Εκείνη τη μέρα βλέπαμε τους Βουλγάρους, που μάζευαν τα πράγματά τους, για να φύγουν. Τα φόρτωσαν σε κάρα και έφυγαν. Πολλοί χωριανοί έτρεχαν να πάνε στη Χρυσούπολη γιατί έλεγαν πως θα γίνει “γιάγμα” και ο καθένας ήθελε να αρπάξει κάτι και κυρίως τρόφιμα.
Ξεκινήσαμε κι εμείς, ο Σταύρος ο Αδαμίδης, η μάνα του κι εγώ και όπως έλεγε η θεία Ειρήνη: “πάμε να πάρουμε μακαρόνια”. Το γιάγμα θα γίνονταν απ’ αυτά που θ’ άφηναν οι Βούλγαροι στρατιώτες ή από τα μαγαζιά.
Όταν φτάσαμε βλέπουμε ένα λεωφορείο να έρχεται από την Χρυσούπολη με κατεύθυνση την Ξάνθη. Να, όμως, και ένας καπετάνιος των εθνικιστών ανταρτών, δεν ξέρω αν ήταν ο καπετάν Βαγγέλης. Έκλεισε το δρόμο με τους αντάρτες του και το λεωφορείο σταμάτησε.
– Κατεβείτε όλοι κάτω, φώναξε.
Κατέβηκαν και ήταν όλα κορίτσια Βουλγάρες, που αμέσως άρχισαν να κλαίνε.
– Δεν θα σας πειράξουμε, φώναξε ο καπετάνιος, εμείς μόνο το λεωφορείο χρειαζόμαστε. Εσείς πάρτε τον χωματόδρομο (Μοτόρια) για τη Χρυσούπολη και θα έρθουμε να σας βρούμε εκεί!
Τα κορίτσια, καμιά τριανταριά και παραπάνω, είχαν μαζί τους και έναν άντρα κουτσό. Ο καπετάνιος “επίταξε” το γαϊδούρι μας, τον βάλαμε επάνω και ξεκινήσαμε όλοι μαζί για τη Χρυσούπολη. Οι αντάρτες πήραν το λεωφορείο και έφυγαν προς την Ξάνθη.
Μόλις φτάσαμε εκεί κοντά, που τώρα είναι το εκκλησάκι των Ταξιαρχών, μας έβαλαν ριπές με μυδράλια. Όλοι πέσαμε κάτω. Τα κορίτσια έτρεχαν τσιρίζοντας και κρύφτηκαν μέσα στη Χρυσόγκιολα. Ο κουτσός έμεινε καβάλα στο γαϊδούρι μας, γιατί δεν μπορούσε να κατεβεί μόνος του. Τρέξαμε με το Σταύρο, τον κατεβάσαμε, πήραμε το γαϊδούρι μας και γυρίσαμε πίσω τροχάδην, μαζί και η θεία Ειρήνη.
Εδώ ακριβώς, (στην καφετερία του Ηλία) είδαμε το Βασίλη τον Καραγκιόζη με ένα όπλο στον ώμο, που αντί για αορτήρα είχε ένα σύρμα. (Εκείνη τη μέρα κάποιοι σκότωσαν τον Πανάνη Αλεβίζο, και τον πέταξαν σ’ ένα χαντάκι ανάμεσα στο βενζινάδικο και στο γήπεδο του καινούριου χωριού [Ξεριάς]).
-Πηγαίνετε στο σπίτι, μας είπε, τα πράματα δεν είναι καλά.
Όταν πήγαμε στο χωριό είδαμε απέναντι, προς τη μεριά του Γέροντα, που έρχονταν οι αντάρτες του “ΕΛΑΣ”. Είχαν τόσες σημαίες που είχε κοκκινίσει το βουνό”. Ήταν 13 Σεπτεμβρίου 1944. Την επόμενη, του Σταυρού, γύρισαν οι Βούλγαροι κομμουνιστές μαζί με τους καπετάνιους του ΕΛΑΣ».