Αφηγητής: Παναγιώτης Σταθάκης

Από το βιβλίο του Βασίλη Μυλωνά “Ιστορίες και Αφηγήσεις της παλιάς εποχής” (Έκδοση Πολιτιστικού & Μορφωτικού Συλλόγου Ξεριά, 2008)

Στα χρόνια της Κατοχής όποιος ήθελε να πάει στο μύλο να αλέσει, έπρεπε πρώτα να πάει στο γραφείο της Κοινότητας και να πάρει γραπτή άδεια απ’ το Βούλγαρο Πρόεδρο. Οι άδειες αυτές δίνονταν σύμφωνα με τα μέλη της οικογένειας.

  Μια φορά στον πατέρα μου Χρήστο Σταθάκη δώσανε άδεια για ν’ αλέσει 80 κιλά σιτάρι. Εμείς όμως, ήμασταν επταμελής οικογένεια και αυτό θα τελείωνε γρήγορα. Ο μπαμπάς μου φόρτωσε στο κάρο καμιά δεκαριά τσουβάλια, έβαλε επάνω και εμένα με τον αδελφό μου, πήρε και μια “Ομολογία” που τότε είχε αξία, και ξεκινήσαμε για το μύλο του Καμπουρίδη. Μας συμβούλεψε, όμως, αν έρχονταν ο Βούλγαρος αγροφύλακας να μας ελέγξει, να αρχίσουμε να κλαίμε. Ήταν χειμώνας και είχε πολύ κρύο. Όπως το φαντάστηκε ο μπαμπάς μου έτσι και έγινε. Ήρθε ο αγροφύλακας και του ζήτησε την άδεια. Εμείς, αφού ήμασταν δασκαλεμένοι, αρχίσαμε να κλαίμε. Ο μπαμπάς μου αντί να δώσει την άδεια στον Βούλγαρο έβγαλε και του πρόσφερε την «Ομολογία». Εκείνος, μόλις την είδε, την πήρε και μας συνόδεψε μέχρι το μύλο. Πήγε και μίλησε στο μυλωνά και, αφού τελείωσαν όλοι όσοι ήταν εκεί τα αλέσματα τους, έβαλε μπρος τα δικά μας, που ήταν πολλά. Μας πήρε η νύχτα και αλέθαμε με κλειδαμπαρωμένες τις πόρτες.

Ο Βούλγαρος αγροφύλακας, Ντομούζωφ ήταν το όνομά του, περίμενε μέχρι το τέλος. Φεύγοντας, πρωί πια, περάσαμε απ’ το σπίτι του και του αφήσαμε 25 κιλά καλαμποκίσιο αλεύρι για το γουρούνι του…