Αφηγητής: Ιωάννα Γκορόγια
Συνεντευξιαστής: Ιωάννα Ζυγούλα
Γεννήθηκα στο Χρυσοχώρι το 1937. Νωρίς έμεινα ορφανή και μετά τον πόλεμο ανέλαβε να με μεγαλώσει ο παππούς μου. Το 1945 που ομαλοποιήθηκε κάπως η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα γράφτηκα στην Α’ τάξη του Δημοτικού Σχολείου Χρυσοχωρίου, σε ηλικία οκτώ ετών. Το Σχολείο τότε στεγαζόταν στο κτίριο που σήμερα φιλοξενεί το Αγροτικό Ιατρείο του χωριού. Η βουλγαρική κατοχή είχε δημιουργήσει άθλιες οικονομικές συνθήκες στην αγροτική μας κοινωνία και αρκετά παιδιά έρχονταν συχνά ξυπόλυτα στο σχολείο, ενώ οι τσάντες τους ήταν φτιαγμένες από πανιά. Υπήρχε πείνα και δυστυχία.
Ο παππούς μου, μού έδειχνε την αγάπη του με πολλούς τρόπους. Όταν ξεκίνησα το σχολείο μού αγόρασε μια δερμάτινη τσάντα και μια ξύλινη κασετίνα γιατί έτυχε τότε να πουλήσει κάποια αρνιά. Ήμουν πολύ περήφανη και καμάρωνα για την τσάντα και την κασετίνα μου. Το πρωί πήγαινα στο σχολείο και το μεσημέρι μέχρι αργά το απόγευμα έβοσκα το κοπάδι με τα πρόβατα. Μαζί μου έπαιρνα και το αναγνωστικό βιβλίο για να διαβάσω το μάθημα της επόμενης μέρας.
Είχαμε δύο νεαρούς δασκάλους που διορίστηκαν αμέσως μετά την απελευθέρωση, μια γυναίκα την Κατίνα και έναν άνδρα τον Στάθη. Ο άνδρας καταγόταν από την Κέρκυρα και η γυναίκα από τα ορεινά χωριά της περιοχής μας. Ήταν ανύπανδροι και εμείς καταλαβαίναμε πως ο δάσκαλος συμπαθούσε τη δασκάλα, μέχρι που τελικά έγιναν ζευγάρι και παντρεύτηκαν.
Το σχολείο είχε δύο αίθουσες στο ισόγειο και φοιτούσαν 250 περίπου παιδιά. Οι μισές τάξεις έρχονταν για μάθημα το πρωί (μέχρι τις μία το μεσημέρι) και οι υπόλοιπες μισές το απόγευμα (μέχρι τις έξι). Το μόνο βιβλίο που είχαμε ήταν το Αναγνωστικό. Τα υπόλοιπα μαθήματα τα έγραφε ο δάσκαλος στον πίνακα και εμείς τα αντιγράφαμε με το μολύβι στο τετράδιο. Την αντιγραφή τη γράφαμε στο “καθαρό” τετράδιο στο σπίτι με πένα και μελάνι. Έπρεπε να προσέχουμε το μελανοδοχείο για να μη λερώσουμε το τετράδιο και τα ρούχα μας. Στην πρώτη τάξη δεν είχαμε βιβλίο, μαθαίναμε τα γράμματα πάνω στο πινάκιο. Γράφαμε με το κονδύλι και σβήναμε με το σφουγγάρι.
Κάθε πρωί μας μοίραζαν συσσίτιο που περιλάμβανε γάλα με κακάο. Τα παιδιά έρχονταν με το κατσαρόλι τους ή με ένα κονσερβοκούτι να πάρουν τη μερίδα τους και αμέσως μετά ξεκινούσαμε το μάθημα στοιβαγμένοι τρεις-τρεις στα θρανία, δύο τάξεις μαζί.
Στις μεγάλες τάξεις ο δάσκαλος μας μιλούσε για την ελληνική Ιστορία και κάναμε ωραίες συζητήσεις για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Στις εθνικές και θρησκευτικές γιορτές κάναμε θεατρικές παραστάσεις και ερχόταν ο κόσμος να μας δει. Είχα καλή φωνή και ο δάσκαλος με έβαζε να παίζω και να τραγουδάω. Η θεατρική παράσταση που παίξαμε στην τελευταία τάξη του σχολείου λεγόταν “Η Ελλάδα και ο ξενιτεμένος”. Είχα το ρόλο της Ελλάδας. Θυμάμαι ακόμα τα λόγια μου: “Παιδί μου κι αν στα ξένα ζεις και έρημος πλανάσαι, με την ευχή μου πάντα ζεις όσο εμέ θυμάσαι…”
Η μεγάλη αδυναμία μας ήταν οι γυμναστικές επιδείξεις στο τέλος της σχολικής χρονιάς. Ήταν πραγματική γιορτή για τα παιδιά. Απαραίτητη ήταν και η παρουσία κάποιου φωτογράφου που ερχόταν να μας φωτογραφίσει όσο εμείς προσπαθούσαμε να επιδείξουμε τα αθλητικά μας προσόντα.
Στη μεγάλη αυλή του σχολείου διατηρούσαμε σχολικό κήπο με λουλούδια. Η κάθε ομάδα προσπαθούσε να κάνει τον πιο όμορφο κήπο για να βραβευτεί στο τέλος της σχολικής χρονιάς.
Οι δάσκαλοι ήταν δίκαιοι και τους αγαπούσαμε παρόλο που έδιναν ξύλο στους άτακτους και αδιάβαστους μαθητές. Θυμάμαι τη μοναδική φορά που έφαγα ξύλο. Ήταν άδικο, όμως ο δάσκαλος δεν γνώριζε τους πραγματικούς λόγους. Τότε τις Κυριακές υπήρχε υποχρεωτικός εκκλησιασμός. Απουσίασα από κάποια κυριακάτικη λειτουργία και ο δάσκαλος την επόμενη μέρα με χτύπησε με τη βέργα. Δεν γνώριζε βέβαια ότι ο λόγος που δεν πήγα στην εκκλησία ήταν ότι δεν είχα μακρύ επανωφόρι να φορέσω και έξω έκανε παγωνιά.
Στις δύο τελευταίες τάξεις του σχολείου αλλάξαμε σχολικό κτίριο. Στεγαστήκαμε σε ένα διώροφο κτίσμα πέρα απ’ το ποτάμι. Τότε ήρθαν δύο νέες δασκάλες, η Φωφώ και η Ισμήνη που ήταν αδερφές. Ο δάσκαλος Στάθης και η Κατίνα είχαν μετατεθεί σε κάποιο κοντινό χωριό. Κάποια στιγμή επισκέφτηκε το σχολείο μας ο γενικός επιθεωρητής. Έβαλε στην τάξη μας ένα πρόβλημα αριθμητικής και ζήτησε απ’ τη δασκάλα να συμμετάσχει και η ίδια. Έλυσα το πρόβλημα πριν απ’ τη δασκάλα και ο επιθεωρητής εντυπωσιάστηκε. Με πλησίασε και μου είπε: “Μπράβο παιδί μου, θα πρέπει να συνεχίσεις τις σπουδές σου”.
Τελείωσα το δημοτικό σχολείο σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών. Ο δάσκαλος Στάθης μου ετοίμασε τα χαρτιά και πήγα για ένα χρόνο στην Οικοκυρική σχολή της Θάσου. Εκεί έμεινα οικότροφος μαζί με άλλες κοπέλες της ηλικίας μου και έμαθα πολλά χρήσιμα πράγματα γύρω απ’ το νοικοκυριό: ράψιμο, κέντημα, μαγείρεμα κλπ. Γύρισα στο χωριό και επειδή δεν υπήρχε οικονομική δυνατότητα να συνεχίσω τις σπουδές έμεινα να βόσκω τα πρόβατα και να συνεισφέρω στην οικονομία του σπιτιού.


