Αφηγητής: Καλλιόπη Βονικάκη
Συνεντευξιαστής: Νικολέτα Βονικάκη
“Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 η ελληνική ύπαιθρος δεινοπαθούσε. Δεν υπήρχαν συστηματικές καλλιέργειες ούτε τα απαραίτητα γεωργικά εργαλεία και ο κόσμος με τον προσωπικό του μόχθο κέρδιζε μόλις και μετά βίας τα προς τον ζην. Οι γονείς μου δεν είχαν δική τους γη και ο πατέρας μου πήγαινε ως εργάτης σε ξένα χωράφια για να ζήσει την τετραμελή οικογένειά του. Με το ζόρι καταφέρναμε να βιοπορούμε. Τότε άνοιξε τις πόρτες της η Γερμανία που ζητούσε εργάτες για τις μεγάλες βιομηχανίες της. Πολλοί έτρεξαν να αφήσουν τη μίζερη ζωή του χωριού και να ξενιτευτούν για να εξασφαλίσουν ένα καλύτερο μέλλον στα παιδιά τους. Ανάμεσα σ’ αυτούς και ο πατέρας μου. Θα πήγαινε για δύο-τρία χρόνια για να δώσει μια οικονομική ανάσα στην οικογένειά του. Έφυγε το 1963 και άφησε πίσω γυναίκα με δύο μικρά παιδιά. Τρία χρόνια αργότερα αποφάσισε να ξενιτευτεί και η μητέρα μου με τα δύο μικρά της παιδιά, την αδερφή μου και εμένα, τριών και πέντε ετών. Όμως ένα χρόνο αργότερα έφερε εμένα πίσω στην Ελλάδα για να ξεκινήσω το σχολείο. Αναλάμβανε να με μεγαλώσει η γιαγιά μου.
Πήγα στο δημοτικό σχολείο του Χρυσοχωρίου. Οι δάσκαλοι τότε χρησιμοποιούσαν εντελώς διαφορετικές παιδαγωγικές μεθόδους με πρώτη και κύρια τη χειροδικία. Η γιαγιά μου, ένας απλοϊκός άνθρωπος του χωριού, δεν μπορούσε να με βοηθήσει στα μαθήματα για το σπίτι με αποτέλεσμα η δασκάλα να με τιμωρεί συνεχώς και να ασκεί βία πάνω μου. Έκλαιγα και δεν ήθελα να πάω στο σχολείο. Έφτασα σε σημείο να αρρωστήσω. Με πήγαν στο γιατρό και διέγνωσε νεύρωση στομάχου και αγχωτική διαταραχή. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν έμαθα ούτε να γράφω ούτε να διαβάζω σωστά.
Το καλοκαίρι η μητέρα μου πήρε την άδειά της και ήρθε απ’ τη Γερμανία. Αποφάσισε να μου αλλάξει σχολικό περιβάλλον και στο εξής θα αναλάμβανε την ανατροφή μου η άλλη μου γιαγιά στο χωριό Πηγές. Γράφτηκα στη Β΄ τάξη του σχολείο των Πηγών και ξεκίνησα τη νέα σχολική χρονιά. Η μητέρα μου επέστησε την προσοχή της δασκάλας στο πρόβλημα που είχα με το στομάχι και συχνά έκανα εμετούς.
Δυστυχώς στο σχολείο των Πηγών τα πράγματα αποδείχτηκαν ακόμα χειρότερα. Μια από τις πρώτες μέρες της νέας σχολικής χρονιάς η δασκάλα μου ζήτησε να πω την προπαίδεια. Επειδή δεν γνώριζα σωστά την προπαίδεια με έβαλε τιμωρία. Με έκλεισε στο σκοτεινό υπόγειο του σχολείου με αναποδογυρισμένα θρανία και άχρηστα αντικείμενα και φυσικά τα ποντίκια που θα υπήρχαν. Η μητέρα μου όταν είδε πως δεν επέστρεψα στο σπίτι στην ώρα μου βγήκε να με ψάξει. Ρώτησε και έμαθε από παιδιά για το πάθημά μου. Ήρθε μου άνοιξε την πόρτα και με πήρε. Φύγαμε για Γερμανία. Γράφτηκα στο απογευματινό τμήμα του ελληνικού σχολείου και το πρωί παρακολουθούσα το γερμανικό. Ο δάσκαλος ήταν αποσπασμένος από την Ελλάδα. Ήταν πολύ καλός με τα παιδιά και όλοι μας τον συμπαθούσαμε. Μαζί του πήρα όλα τα απαραίτητα σχολικά εφόδια, ώστε τελειώνοντας την ΣΤ’ τάξη ήρθα στην Ελλάδα και έδωσα εισαγωγικές εξετάσεις στο εξατάξιο Γυμνάσιο με επιτυχία. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε, όμως έχουν χαραχτεί βαθιά μέσα μου οι άσχημες εμπειρίες που είχα στο σχολείο στην Ελλάδα συγκρίνοντας με το γερμανικό”.


