Αφηγηματική Συνέντευξη
Βασικό εργαλείο της προφορικής ιστορίας είναι η συνέντευξη με ερωτήσεις που έχουν σκοπό να αντλήσουν πληροφορίες. Υπάρχουν τεχνικές, οι οποίες όμως δύσκολα μπαίνουν σε αυστηρά πλαίσια.
Τεχνικές
Συνήθως ξεκινάμε με την ερώτηση: «Ποια είναι η πιο έντονη ανάμνηση που σου έχει μείνει στο μυαλό;». Αν ο αφηγητής έχει ενημερωθεί για τη συνέντευξη, είναι πολύ πιθανόν να είναι προετοιμασμένος και να ξέρει πώς να ξεκινήσει την αφήγηση. Αν αντίθετα κάποιος είναι απροετοίμαστος καλύτερα να τον καθοδηγήσουμε εμείς με πιο στοχευμένα ερωτήματα.
Προετοιμάζουμε κάποιες ερωτήσεις με τις οποίες θα ξεκινήσουμε και θα ολοκληρώσουμε τη συνέντευξη. Σημειώνουμε ορισμένα θέματα τα οποία θέλουμε να είμαστε σίγουροι ότι θα καλύψουμε. Για παράδειγμα, εάν παίρνουμε συνέντευξη από κάποιο παππού αναφορικά με το σχολείο στην εποχή του, μπορούμε να σημειώσουμε: δάσκαλοι, μαθήματα, κτήριο, συσσίτια, τιμωρίες κλπ.
Μόλις εντοπίσουμε ένα θέμα που ευχαριστεί τον αφηγητή, προσπαθούμε, με ερωτήσεις, να εμβαθύνουμε σ’ αυτό. Στη συνέχεια μπορούμε να κατευθύνουμε τη συζήτηση προς τη θεματολογία που επιθυμούμε.
Ακόμα και αν έχουμε προσεγγίσει έναν αφηγητή για ένα συγκεκριμένο θέμα, του ζητάμε να επεκταθεί και σε άλλα θέματα που περιλαμβάνονται στα ενδιαφέροντά μας.
Συχνά, είναι ευκολότερο να ξεκινάμε με απλές ερωτήσεις. Κάνουμε κάποιες σύντομες, απλές, πραγματολογικές ερωτήσεις π.χ. πού μεγάλωσε, τι έκαναν οι γονείς του κλπ. για να νιώσει άνετα και να χαλαρώσει. Κρατάμε τις πιο δύσκολες ερωτήσεις γύρω από επίμαχα θέματα για λίγο αργότερα στη συνέντευξη. Θέτουμε τις ερωτήσεις μας έτσι ώστε να είναι ανοικτές, για να απαιτείται μια πιο πλήρης απάντηση παρά ένα «ναι» ή ένα «όχι». Για παράδειγμα, αντί να ρωτήσουμε «τιμωρήθηκες ποτέ στο σχολείο;» ρωτάμε «τι είδους τιμωρίες υπήρχαν στο σχολείο;». Εάν προκύψει κάτι για το οποίο δεν θέλει να συζητήσει ο αφηγητής, προχωράμε στην επόμενη ερώτηση.
Χρησιμοποιούμε απλή γλώσσα και όσο το δυνατόν πιο κοντά στη γλωσσική εκδοχή του ατόμου από το οποίο παίρνουμε τη συνέντευξη έτσι ώστε να γίνει καλύτερα η επικοινωνία. Μην ξεχνάμε ότι κάνουμε προφορική ιστορία – η ντοπιολαλιά και οι ιδιωματισμοί είναι μέρος της εργασίας μας.
Δεν διακόπτουμε τον ειρμό σκέψεων του αφηγητή. Περιμένουμε μέχρι να ολοκληρώσει τη σκέψη του πριν του κάνουμε ερωτήσεις σχετικά με περαιτέρω λεπτομέρειες. Του εξηγούμε ότι δεν πρέπει να παραλείψει ημερομηνίες, περιόδους και τοποθεσίες στην αφήγησή του.
Δείχνουμε ενδιαφέρον, διατηρούμε οπτική επαφή, χαμογελάμε και γνέφουμε καταφατικά εάν χρειάζεται. Οι αφηγητές μπορεί να είναι αγχωμένοι και ένα χαμόγελο ή ένα νεύμα τους ενθαρρύνει. Προσπαθούμε ταυτόχρονα να διατηρήσουμε μια ισορροπημένη απόσταση. Εάν εκφράσουμε τις δικές μας απόψεις ή γνώμη, μπορεί να διαστρεβλωθεί η μαρτυρία, εφόσον ο αφηγητής μπορεί να προσπαθήσει, συνειδητά ή ασυνείδητα, να δημιουργήσει μια ιστορία με τρόπο που να ευχαριστεί εμάς.
Δεν φοβόμαστε να διερευνήσουμε κάτι που θα προκύψει αναπάντεχα μέσα από την αφήγηση, εάν μας φανεί ενδιαφέρον. Δεν πειράζει εάν ξεφεύγει από αυτό που σκοπεύουμε να ρωτήσουμε – αυτή είναι η χαρά του να δουλεύουμε με μια ζωντανή πηγή! Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι είναι ο πλούτος και η ζωντάνια των λεπτομερειών που ενδεχομένως θα προκύψουν από μία ανάμνηση. Μια ποικιλία γεγονότων που βοηθούν στο να συνειδητοποιήσουμε ότι η ιστορία είναι γεμάτη από αντιθέσεις και προσωπικά βιώματα.
Η ηχογράφηση και το βίντεο είναι τα πιο “άμεσα” μέσα που δεν παραποιούν το μήνυμα του αφηγητή. Εάν χρησιμοποιήσουμε αυτές τις τεχνικές εξηγούμε στον αφηγητή ότι το βίντεο θα υποστεί επεξεργασία, οπότε τα σημεία στα οποία νιώθει αμήχανος ή οι μεγάλες παύσεις θα αφαιρεθούν. Εξηγούμε ότι πρέπει να μιλάει δυνατά και καθαρά και να μην απευθύνεται προσωπικά σε εμάς, αλλά σε ένα ευρύτερο, άγνωστο κοινό.
Προσπαθούμε να κρατήσουμε τη συνέντευξη μέχρι μια – μιάμιση ώρα το πολύ, αναλόγως του θέματος και της αντοχής του ατόμου που αφηγείται. Μπορούμε πάντα να κάνουμε διαλείμματα.
Επιδιώκουμε να φωτογραφίσουμε παλιές φωτογραφίες που διαθέτει ο αφηγητής και θέλει να τις μοιραστεί μαζί μας.