Αφηγητής: Φώτης Πολιτάκης

Από το βιβλίο του Βασίλη Μυλωνά “Ιστορίες και Αφηγήσεις της παλιάς εποχής” (Έκδοση Πολιτιστικού & Μορφωτικού Συλλόγου Ξεριά, 2008)

Οι τροφοδότες των ανταρτών

“Μια μέρα ήρθε ο Βούλγαρος Πρόεδρος στο σπίτι μας και με τον μπαμπά μου κρυφομιλούσαν. Την άλλη μέρα το πρωί φόρτωσαν στο κάρο μας τσουβάλια σιτάρι και ξεκινήσαμε και οι τρεις μαζί με κατεύθυνση την Ξάνθη.

Ο μπαμπάς μου κρατούσε τα βόδια απ’ τα γιουλάρια και δίπλα-δίπλα με τον Πρόεδρο πήγαιναν μπροστά. Εγώ ήμουνα ανεβασμένος στο κάρο. Ήταν χειμώνας και έκανε πολύ κρύο. Μας έπιασε στο δρόμο και ένα ψιλόβροχο, κι εγώ, παρόλο που ήμουν τυλιγμένος με μια χλαίνη, τουρτούριζα.

Όταν περάσαμε τη γέφυρα του Νέστου, στρίψαμε δεξιά. Εγώ παραξενεύτηκα γιατί είχαν πει πως θα πάμε στην Ξάνθη. Προχωρήσαμε- προχωρήσαμε και φτάσαμε στο Κοτζά-Ορμάν, που τότε ήταν δάσος σα ζούγκλα. Μπήκαμε σε κάτι στενούς δρόμους, που τους σκέπαζαν τα τεράστια δέντρα. Ο Πρόεδρος ήξερε καλά το δάσος και χωρίς να χαθούμε βγήκαμε σ’ ένα “ανοιχτό” που ήταν το λημέρι των ανταρτών. Οι Έλληνες αντάρτες όταν μας είδαν ήρθαν κοντά μας, μας καλωσόριζαν και οι πιο πολλοί αγκάλιαζαν και φιλούσαν τον Βούλγαρο Πρόεδρο.

Θυμάμαι που είχαν πολλούς φούρνους από χώμα. Αφού μας φίλεψαν σ’ ένα τραπέζι με τέτοια φαγητά που θα τα ζηλεύαμε και σήμερα, φύγαμε για το χωριό με άδειο κάρο και με “πλακάκια” κόκκινη ζάχαρη”.