Αφηγητής: Σωτήρης Νέγκογλου
Από το βιβλίο του Βασίλη Μυλωνά “Ιστορίες και Αφηγήσεις της παλιάς εποχής” (Έκδοση Πολιτιστικού & Μορφωτικού Συλλόγου Ξεριά, 2008)
Στην Κατοχή ήμουνα παιδί. Στη γειτονιά μας έμενε μια Βουλγαρική οικογένεια, που ο μπαμπάς τους ήταν αξιωματικός και είχαν και ένα αγοράκι, λίγο πιο μικρό από μένα. Στο παιχνίδι παίζαμε Ελληνάκια και Βουλγαράκια μαζί.
Τα “αγοραστά” παιχνίδια, δηλαδή αυτά που παίζαμε αργότερα τζιρτζιλιά και σβούρες δεν υπήρχαν τότε και παίζαμε πιο πολύ με άδειους κάλυκες. Τους στήναμε όρθιους και πετούσαμε απ’ τη γραμμή, που ήταν 3-4 μέτρα μακριά, τον “καφά” και όταν ρίχναμε κάτω κάλυκες του αντιπάλου μας τους παίρναμε για δικούς μας. Το Βουλγαράκι, σχεδόν κάθε μέρα, άρπαζε κάμποσους κάλυκες και έφευγε τροχάδην στο σπίτι τους. Μια μέρα, που το ξανά έκανε, τον έπιασα και του τράβηξα ένα γερό μπερντάχι. Έβαλε τα κλάματα και πήγε στη μάνα του, την κυρία Νίκη. Σε λίγο ήρθαν εκεί που εμείς συνεχίζαμε το παιχνίδι μας, μάνα και γιος, να μου ζητήσουν το λόγο, γιατί τον έδειρα.
– Άκουσε κυρά Νίκη, της είπα, Κάθε μέρα μας αρπάζει τους κάλυκες και φεύγει!
– Ναι, ναι, είπαν και τα άλλα παιδιά.
– Α, έτσι είναι; είπε εκείνη, τότε, καλά του έκανες! και γυρνώντας στο γιο της του είπε:
– Το βράδυ, που θα έρθει ο μπαμπάς, θα του το πω και να δεις τι θα σε κάνει!
Δεν ξέρω αν ο Βούλγαρος αξιωματικός έβαλε άλλη τιμωρία στο γιο του, αλλά την άλλη μέρα το απόγευμα τον πήρε και ήρθε εκεί που παίζαμε, πάλι με τους κάλυκες και μου είπε:
-Σωτήρη καλά τον έκανες και τον έδειρες.
Και γυρνώντας σε όλα τα παιδιά είπε:
-Αν δεν σας ζητήσει συγνώμη, να μην τον ξαναπαίξετε!
