Αφηγητής: Ελένη Μυλωνά
Από το βιβλίο του Βασίλη Μυλωνά “Ιστορίες και Αφηγήσεις της παλιάς εποχής” (Έκδοση Πολιτιστικού & Μορφωτικού Συλλόγου Ξεριά, 2008)
Η πείνα
“Το δεύτερο και τρίτο χρόνο της κατοχής έπεσε πείνα. Τα μαγαζιά δε δούλευαν όλα, και έτσι δεν υπήρχε λάδι, δεν υπήρχε αλάτι, και πολλά άλλα πράματα, αλλά το κυριότερο ήταν, που ο κόσμος δεν είχε λεφτά, γιατί, όπως καταλαβαίνει ο καθένας, τα πράγματα ήταν άνω-κάτω.
Δεν έφτανε αυτό όμως, και οι Βούλγαροι έβγαλαν μια διαταγή, που έλεγε: «να παραδώσουμε αμέσως όσα γεννήματα είχαμε», και αυτό γιατί, δήθεν, τροφοδοτούσαμε τους αντάρτες. Εμείς τους πήγαμε λίγα τσουβάλια στάρι, και τα άλλα τα κρύψαμε. Στην έρευνα που έκαναν αν μας τα βρίσκανε αλίμονό μας. Σε μερικούς που βρήκανε τους δείρανε πολύ άσχημα. Το Θανάση το Χατζόγλου για να τον γλιτώσουν οι δικοί του έσφαξαν ένα μοσχάρι και τον τύλιξαν με τη ζεστή προβιά.
Το στάρι που κρύψαμε εμείς τελείωσε, καθώς και όλα τα φαγώσιμά μας. Τελευταία φάγαμε τα ξερά κουκιά, βραστά χωρίς λάδι και αλάτι και στο τέλος-τέλος το κεχρί μας, που το είχαμε για τις κότες. Οι κότες μας γεννούσαν και τρώγαμε από κανένα αυγό, αλλά μ’ αυτά δεν περνούσε ο καιρός.
Τότε αρχίσαμε να πουλάμε τα χρυσαφικά μας. Τελείωσαν και κείνα και αρχίσαμε να πουλάμε τη προίκα μου. Τα πλεχτά μου, τα κεντητά μου…και αυτά τελείωσαν και τα πράματα δεν καλυτέρεψαν. Πουλήσαμε τα ρούχα μας, τα παπούτσια μας, τα καπέλα μας… Στο σπίτι, όμως, ήμασταν εφτά στόματα και ό, τι παίρναμε τελείωνε γρήγορα. Δεν είχαμε τίποτε άλλο πια, να πουλήσουμε, εκτός απ’ τις βέρες μας.
– Θανάση τι λες, να πουλήσουμε και τις βέρες μας; είπα στον μπαμπά σας.
– Εσύ τι λες Ελένη, είναι καλύτερα να τις έχουμε και να πεθάνουμε απ’ την πείνα; μου είπε.
Τις πήρα και ξεκίνησα με τα πόδια για τη Χρυσούπολη. Έφτασα και χτύπησα σ’ ένα σπίτι στην τύχη. Βγήκε ένας ψηλός άντρας.
– Είμαι απ’ το Κουρού-Ντερέ, του είπα, στο σπίτι είμαστε εφτά άτομα και πεινάμε. Πάρτε τις βέρες μας και δώστε μας κάτι να φάμε!
Μέχρι που να πω αυτά βγήκε και η γυναίκα. Κοιτάχτηκαν.
– Τις πατάτες, είπε ο άντρας.
Έβγαλε απ’ την αποθήκη ένα τσουβάλι πατάτες. Ήταν 28 κιλά. Ήταν καλοί άνθρωποι. Με έβαλαν και έφαγα… Ύστερα πήρα το τσουβάλι τις πατάτες στον ώμο μου και ξεκίνησα για το χωριό. Σας ένοιωθα νηστικούς και τα 28 κιλά μου φαινόταν σαν πούπουλα. Προχωρούσα βιαστικά και πότε έφτασα κοντά στον άσφαλτο δεν το κατάλαβα.
Ξαφνικά, βλέπω να έρχονται από την Ξάνθη κάμποσοι Βούλγαροι καβαλάρηδες και έστριψαν για τη Χρυσούπολη. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει δυνατά. «Αχ, τι θα με κάνουν τώρα εδώ στην ερημιά τόσοι άντρες μια ολομόναχη νέα γυναίκα;» Όσο με πλησίαζαν η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Τα γόνατά μου κόβονταν. «Παναγιά μου βοήθησε με!», έλεγα μέσα μου. Όταν με πλησίασαν στα 9-10 βήματα, ο πρώτος που είχε και γαλόνια με χαιρέτησε χαμογελαστά:
– Ντόμπρο βέτσερ, μαντάμ!
– Ντόμπρο βέτσερ!, του είπα κι εγώ και δεν ξέρω αν η φωνή μου ακούστηκε.
Πέρασαν όλοι και μου έλεγαν:
– Ντόμπρο βέτσερ, μαντάμ! ντόμπρο βέτσερ, μαντάμ!
– Ντόμπρο βέτσερ, τους έλεγα κι εγώ, ώσπου πέρασαν όλοι οι καβαλάρηδες και συνέχισαν το δρόμο τους για τη Χρυσούπολη. «Δόξα το Θεό, είπα, δε με πείραξαν. Αλλά γιατί να με πειράξουν, τον ίδιο Θεό δεν έχουμε;»
Χωρίς να το καταλάβω όμως, το τσουβάλι οι πατάτες μου έπεσε απ’ τον ώμο, κι εγώ κάθισα κάτω, γιατί δεν μπορούσα άλλο.
– Καλησπέρα Ελένη, άκουσα μια φωνή. Γύρισα και είδα τον Κώστα τον Αδαμίδη, Θεός σχωρέστον! Ήταν καβάλα στο γαϊδούρι του και πήγαινε για το χωριό.
– Δώσε μου το τσουβάλι να το πάρω αγκαλιά και να το πάω μέχρι το σπίτι σας! μου είπε. Το πήρε ο καημένος και το πήγε, Θεός σχωρέστον!
Εγώ δεν τον προλάβαινα, γιατί το γαϊδούρι του περπατούσε γρήγορα, αλλά και γιατί ήμουν πολύ κουρασμένη. Μέχρι που να φτάσω στο σπίτι, η θεία Μαριγώ είχε βράσει πατάτες και σας τάιζε…
Πότε έτσι, πότε αλλιώς περάσαμε και δεν πεθάναμε απ’ την πείνα. Δόξα το Θεό! Να μη γίνει πια, άλλος πόλεμος. Ας καθίσουν εκείνοι στα σπίτια τους και εμείς στα σπίτια μας. Ο Θεός έχει μέρος για όλο τον κόσμο”.
