Αφηγητής: Κάτοικοι του Ξεριά

Από το βιβλίο του Βασίλη Μυλωνά “Ιστορίες και Αφηγήσεις της παλιάς εποχής” (Έκδοση Πολιτιστικού & Μορφωτικού Συλλόγου Ξεριά, 2008)

Οι διαταγές του Βούλγαρου αξιωματικού

Αφού ήρθαν οι Βούλγαροι στρατιώτες στο χωριό [Ξεριάς] και εγκαταστάθηκαν στο καφενείο του Λεοντζάκου, την άλλη μέρα χτύπησε η καμπάνα της Εκκλησίας, και ανάγκασαν όλους τους άντρες να μαζευτούν μπροστά στο Σχολείο, που ήταν και το γραφείο του προέδρου και του αξιωματικού.

Βγήκε λοιπόν, ο αξιωματικός και μίλησε στα τούρκικα:

– Από δω και πέρα, μόλις ακούτε την καμπάνα να χτυπάει και στο αποχωρητήριο να είσαστε, να τρέχετε αμέσως εδώ! όποιος καθυστερεί θα τον φέρνουν οι στρατιώτες με το ξύλο. Θα πηγαίνετε σε όποια δουλειά σας στέλνουμε, χωρίς να βγάζετε τσιμουδιά! Το βράδυ, πριν σκοτεινιάζει, θα πηγαίνετε στα σπίτια σας. Όποιος κυκλοφορεί όταν σκοτεινιάσει και μετά θα τρώει ξύλο. Όποιος κρύβει όπλα να τα φέρει αμέσως, γιατί αν ξανακάνουμε έρευνα και τα βρούμε θα σκοτώσουμε αυτόν και όλη την οικογένεια του! Η γλώσσα μας, από τώρα και πέρα θα είναι η Τουρκική. […] 

  Αφού πέρασε λίγος καιρός, οι Βούλγαροι αντιλήφθηκαν ότι κάποιοι Έλληνες έκαναν «άτς-χαρμάν» (πρόωρο θέρισμα κι αλώνισμα σταριού γι’ αυτόν που τελείωνε το αλεύρι του. Από τα Τούρκικα άτς= νηστικός, χαρμάν= αλώνι).

Χτύπησαν την καμπάνα λοιπόν, μαζεύτηκε ο κόσμος στο Σχολείο και εκεί ο αξιωματικός είπε στα τούρκικα:

– Όποιος έκανε ατς χαρμάν να το πει, γιατί αν τον πιάσουμε θα φάει ξύλο.

Ο Ιγνάτιος Δημητρούλης βγήκε και ήθελε να πει, ότι έκανε ατς χαρμάν, αλλά ο άνθρωπος ήταν Μυτιληνιός και δεν ήξερε τούρκικα.

Έτσι το είπε στα Ελληνικά

– Εγώ έκανα, αφέντη!

Τότε κατέβηκε ο αξιωματικός, του τράβηξε ένα γερό χαστούκι και του είπε :

-Εσύ στην Τουρκία δε γεννήθηκες, γιατί δεν μιλάς τουρκικά;

Ο Ιγνάτιος, που δεν κατάλαβε, δεν ξαναμίλησε, αλλά και ο Βούλγαρος το σταμάτησε εκεί και έτσι, αυτή ήταν και η τιμωρία του, για το άτς-χαρμάν.

  (Ο Πασαρής Βασίλης που πιάστηκε στο χωράφι να αλωνίζει κρυφά λίγο σιτάρι στάλθηκε στη φυλακή στη Δράμα για τρεις μήνες).

  Τα βράδια οι χωροφύλακες ή οι στρατιώτες έβγαιναν περίπολο στο χωριό.

Ένα βράδυ ο Θανάσης Τσακίρης (Κιοσές) είχε πάει σε ένα σπίτι, και όπως ο άνθρωπος ήταν πολυλογάς και σούπερ-χωρατατζής, νυχτώθηκε χωρίς να το καταλάβει. Όταν πήγαινε στο σπίτι του, έπεσε επάνω στην περίπολο. Τον έπιασαν οι Βούλγαροι και τον τράβηξαν ένα “Σουλτάν- Μερεμέτ” όπως το έλεγε ο ίδιος. “Με σακατέψανε οι κιαρατάδες” έλεγε.

Την άλλη μέρα το βραδάκι, παίρνει ο Κιοσές ένα ρολόι του τραπεζιού, το δένει με ένα σχοινί, το κρεμάει στον λαιμό του και αρχίζει να κάνει βόλτες μπροστά στους Βουλγάρους. Τον είδε ο αξιωματικός και τον φώναξε:

-Γιάλα τούκα! (έλα δω).

Πήγε ο Κιοσές μπροστά του και στάθηκε προσοχή.

Τι είναι αυτό; τον ρώτησε στα τούρκικα.

Ο Κιοσές δεν ήξερε καλά τουρκικά, αλλά του έδωσε και κατάλαβε:

– Εχθές άργησα να πάω σπίτι και με πιάσανε οι Χωροφύλακες και με δείρανε. Γι’ αυτό κι εγώ σήμερα φόρεσα το ρολόι για να βλέπω την ώρα…

– Γρήγορα πάνε βγάλτο, να μη σε περιλάβω κι εγώ τώρα! τον αγρίεψε ο αξιωματικός.