Αφηγητής: Γιάννης Μικίκης

Από το βιβλίο του Βασίλη Μυλωνά “Ιστορίες και Αφηγήσεις της παλιάς εποχής” (Έκδοση Πολιτιστικού & Μορφωτικού Συλλόγου Ξεριά, 2008)

Ο ερχομός των Βουλγάρων στο Λιθοχώρι

“Στο χωριό μας ήρθε μια Διμοιρία Βούλγαροι στρατιώτες, πεζοί και καβαλάρηδες. Έμειναν μια μέρα, έκαναν έρευνα στα σπίτια, για να βρουν κρυμμένα όπλα και ύστερα έφυγαν. Πότε-πότε έρχονταν περίπολα από την Ξεριά. Την πρώτη μέρα μόλις ήρθαν, παρατάχθηκαν στην σειρά οι στρατιώτες μπροστά στο καφενείο του Κότσιφα. Χτύπησαν την καμπάνα της εκκλησίας και υποχρέωσαν όλο τον κόσμο να μαζευτεί εκεί. Τότε, ένας αξιωματικός έβγαλε λόγο και είπε:

– Όσοι έχετε στα σπίτια σας όπλα και στρατιωτικό υλικό, να τα φέρετε αμέσως εδώ! Μην τολμήσετε να τα κρύψετε, γιατί θα κάνουμε έρευνα κι αν τα βρούμε αλίμονό σας!

Εμείς είχαμε ένα στρατιωτικό μουσαμά, που τον είχαμε πάρει από αυτά που είχε παρατήσει ο Ελληνικός Στρατός. Πήγε ο μπαμπάς μου στο σπίτι, τον φορτώθηκε και τον έφερε.

-Έχω αυτόν το στρατιωτικό μουσαμά, είπε στον αξιωματικό και τον έριξε εκεί που έριχνε ο κόσμος τα πράγματα που έφερνε.

-Γιατί άργησες να έρθεις, τι έκανες στο σπίτι σου, μήπως έκρυψες όπλα; κάθισε εκεί! τον διέταξε ο αξιωματικός και του έδειξε μια σειρά καρέκλες, που είχαν πάρει απ’ το καφενείο και που κάθονταν κιόλας δυο χωριανοί, ο Μελέτης και ο Χριστόδουλος. Κάθισε και ο μπαμπάς μου.

Ο κόσμος έφερνε πράγματα και στις καρέκλες έβαλαν άλλους τρεις. Τον Τούρπογλου, τον Πολίτη και τον Τασισλανάκη.

Όταν σταμάτησε ο κόσμος να φέρνει πράγματα, έπαιρναν οι Βούλγαροι έναν-έναν, αυτούς που κάθονταν στις καρέκλες, τους πήγαιναν μέσα στο καφενείο, τους σακάτευαν στο ξύλο και ύστερα τους πετούσαν έξω από το διπλανό πορτάκι αναίσθητους.

Πήραν πρώτα το Μελέτη, ύστερα τον Χριστόδουλο και ύστερα τον μπαμπά μου. Εγώ ήμουν 13 χρονών και μαζί με τα άλλα παιδιά παρακολουθούσαμε τις σκηνές. Την ώρα που έδερναν τον πατέρα μου, ήρθε ένας Βούλγαρος υπαξιωματικός και είπε στους άλλους τρεις που κάθονταν στις καρέκλες και περίμεναν τη “σειρά τους”:

– Φύγετε, να μην σας δείρουν και σας!

Εκείνοι το έσκασαν και γλίτωσαν. Τον μπαμπά μου τον πέταξαν από το πορτάκι λιποθυμισμένο…. και ύστερα έφυγαν για την Ξεριά. Από εκείνη τη μέρα και ύστερα, για πάνω από τρία χρόνια τους είχαμε στο κεφάλι μας. Εγώ ήμουνα παιδί αλλά έκανα αρκετές αγγαρείες”.