Αφηγητής: Μαριγώ (Περιβολάρη)
Από το βιβλίο του Βασίλη Μυλωνά “Ιστορίες και Αφηγήσεις της παλιάς εποχής” (Έκδοση Πολιτιστικού & Μορφωτικού Συλλόγου Ξεριά, 2008)
Ο ερχομός των Βουλγάρων
«Ήρθαν οι Βούλγαροι [στον Ξεριά] και μπήκαν στο καφενείο του Λεοντζάκου, που ήταν σχεδόν καινούριο και μεγάλο. Ένα μικρό καφενεδάκι, που ήταν απέναντι στην άλλη μεριά του δρόμου, μέσα στο οικόπεδο του Σούγιολτζη, το έκαναν μαγειρείο.
Μόλις ήρθαν βγήκαν στο χωριό και έκαναν έρευνα σ’ όλα τα σπίτια, για να βρουν όπλα. Αυτό μαθεύτηκε γρήγορα από στόμα σε στόμα και έτσι, ο αδελφός μου, Θανάσης Μυλωνάς, πρόλαβε και έκρυψε το όπλο που είχε φέρει απ’ τη Χωροφυλακή. Το πιστόλι του, όμως δεν πρόλαβε να το κρύψει.
Εγώ, όταν είδα του Βουλγάρους να έρχονται, έτρεξα πήρα το πιστόλι, το έβαλα στον κόρφο μου, και πήρα στην αγκαλιά μου τον Βασίλη που ήταν εννέα μηνών. Ήρθαν και μας είπαν: «Αν έχετε όπλα παραδώστε τα αμέσως, γιατί αν δεν τα παραδώσετε και κάνουμε έρευνα και τα βρούμε, θα σας σκοτώσουμε όλους, μικρούς και μεγάλους».
Ο αδελφός μου τους είπε: «δεν έχω όπλα, ορίστε ψάξτε». Μπήκαν μέσα, και άρχισαν να ψάχνουν το ένα δωμάτιο μετά το άλλο. Εγώ, με το μωρό στην αγκαλιά και με το πιστόλι σφιγμένο στον κόρφο μου, τους ακολουθούσα. Το μάτι ενός Βούλγαρου έπεσε πάνω στα «ΙΕΡΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ» (Βίβλος), που το είχε ο αδελφός μου και το διάβαζε πότε- πότε. Διάβασε το εξώφυλλο και ύστερα το άνοιξε και διάβαζε μέσα.
– Μπάμπω (γριά), να το πάρω αυτό το βιβλίο για να το διαβάσω; μη στεναχωριέσαι θα στο ξαναφέρω! μου είπε στα τούρκικα.
– Πάρτο, του είπα εγώ και συνέχισα από μέσα μου: μόνο ξεκουμπιστείτε, να μη μου βρείτε το πιστόλι, που έχω στον κόρφο μου και το βιβλίο, άμα θέλεις φέρτο και άμα θέλεις μην το φέρνεις!
Έφυγαν χωρίς να βρουν τίποτα. Τότε, έπιασα και το πιστόλι το έβαλα σ’ έναν γκαζοντενεκέ, τυλιγμένο μ’ ένα κομμάτι μουσαμά, για να μην σκουριάσει και από επάνω φύτεψα ένα βασιλικό.
Από τότε και ύστερα οι Βούλγαροι έρχονταν πολλές φορές για έρευνα, αλλά ποτέ το μάτι τους δεν πήγε στον τενεκέ με το βασιλικό. Όταν αυτοί έψαχναν, εγώ έλεγα από μέσα μου: «ψάξτε, ψάξτε, όσο θέλετε και σκατά θα βρείτε! το πιστόλι είναι μπροστά τα μάτια σας, αλλά δεν το βλέπετε».
Μια μέρα ήρθε ο Βούλγαρος που είχε πάρει το βιβλίο και το έφερε πίσω. Πριν μου το δώσει, το άνοιξε στο πίσω–πίσω μέρος (Αποκάλυψη) και με ρωτούσε:
-Μπάμπω, τι λέει εδώ, τι λέει εδώ; Εγώ του είπα:
-Δεν τα καταλαβαίνω αυτά, που λέει αυτό το βιβλίο, γιατί είναι βαθιά ελληνικά, αλλά τα καταλαβαίνει ο αδελφός μου. Τότε, μου είπε με σιγανή φωνή, πως, θα ήθελε να μιλήσει με τον αδελφό μου, αλλά φοβόταν τους άλλους Βούλγαρους…..».

