Αφηγητής: Εμμανουήλ Βονικάκης
Συνεντευξιαστής: Νικολέτα Βονικάκη
“Κατάγομαι από το Χρυσοχώρι. Όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος του ’40 πήγαινα στη δευτέρα τάξη του δημοτικού. Ήρθε η δασκάλα στην αίθουσα και μας ανακοίνωσε ότι οι Ιταλοί μας κήρυξαν τον πόλεμο. Πήραμε τις τσάντες και φύγαμε για το σπίτι. Μετά από λίγο καιρό ήρθαν Γερμανοί. Καμιά δεκαριά άμαξες που την καθεμιά την έσερναν δύο άλογα, φορτωμένες με κανόνια, διέσχισαν τον κεντρικό δρόμο του χωριού με κατεύθυνση προς την Κεραμωτή. Από εκεί θα πήγαιναν στη Θάσο. Ο κόσμος βγήκε έξω και έβλεπε από απόσταση. Οι Γερμανοί δεν μας πείραξαν. Λίγο καιρό μετά ήρθαν Βούλγαροι και έστησαν τη βάση τους στη Χρυσούπολη. Διόρισαν στο χωριό μας έναν αγροφύλακα και μαζί εγκαταστάθηκαν πέντε έξι οικογένειες Βουλγάρων που δούλευαν στα χωράφια. Ίδρυσαν και βουλγαρικό σχολείο όπου τα παιδιά του χωριού μπορούσαν να παρακολουθούν μαθήματα.
Οι βουλγαρικές αρχές κατοχής επέταξαν τους μύλους τους χωριού που άλεθαν το σιτάρι και τους παρέδωσαν σε ομοεθνείς τους. Επέταξαν και τα ζώα μας. Για να τα γνωρίζουν τα μαρκάριζαν με μια πυρακτωμένη σιδερένια σφραγίδα με ένα δικό τους σύμβολο. Είχαμε ένα ζευγάρι άλογα και μας τα πήραν. Κρατούσαν την παραγωγή απ’ τα χωράφια μας και μας άφηναν μόνο ένα μικρό μέρος για να μπορούμε να επιβιώνουμε. Ο καθένας όμως προσπαθούσε να φτιάξει μια κρυψώνα στο σπίτι του και να αποθηκεύει σιτάρι για να μη λιμοκτονήσει η οικογένειά του. Στο σπίτι μας το πάτωμα ήταν από σανίδια. Ο πατέρας μου έκοψε τα σανίδια σε κάποιο σημείο και έσκαψε το χώμα δημιουργώντας μια κρυψώνα μέσα στη γη. Εκεί αποθηκεύαμε ό,τι μπορούσαμε για να έχουμε εφεδρείες σε τρόφιμα. Βάζαμε μετά τα σανίδια πάλι στη θέση τους και από πάνω ένα χαλάκι για να μην φαίνεται τίποτα. Οι Βούλγαροι γυρνούσαν συχνά στα σπίτια του χωριού και έκαναν έλεγχο, αλλά δεν συνέβη ποτέ να μας πιάσουν. Όσους έπιαναν τους οδηγούσαν στη Χρυσούπολη, τους έκλειναν στο κρατητήριο και εκεί τους περίμεναν άγριοι ξυλοδαρμοί.
Ο πρώτος χρόνος της Βουλγαρικής κατοχής ήταν ιδιαίτερα σκληρός. Οι Βούλγαροι προσπαθούσαν να δείξουν τη δύναμή τους με εκφοβισμούς, ξυλοδαρμούς και άλλες παρόμοιες μεθόδους. Κάποια μέρα έβαλαν τελάλη να ανακοινώσει στις γειτονιές του χωριού πως όλοι οι κάτοικοι, ανεξαρτήτου ηλικίας, θα έπρεπε να συγκεντρωθούν μπροστά στο σχολείο (σημερινό Αγροτικό Ιατρείο). Όλους μας κυρίεψε τρόμος γιατί η σφαγή του Δοξάτου ήταν πρόσφατη. Περιμέναμε με αγωνία κάποιες ώρες και τότε είδαμε να βγαίνουν απ’ το κτίριο κάποια άτομα που ήταν μέσα για ανάκριση. Έφτασε ένας Βούλγαρος αξιωματικός πάνω σε μοτοσυκλέτα, ανέβηκε στο μπαλκόνι και μας είπε να φύγουμε.
Εμείς εδώ στον κάμπο δεν δεινοπαθήσαμε από έλλειψη τροφίμων. Είχαμε τα χωράφια και όλο και βρίσκαμε κάτι για να φάμε. Είχαμε και κάποια οικόσιτα ζώα και πτηνά που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες μας σε γαλακτοκομικά, κρέας και αυγά. Κάναμε και ανταλλακτικό εμπόριο απέναντι με τη Θάσο. Έφερναν κρυφά λάδι και ελιές και έπαιρναν από εμάς σιτάρι. Δεν χρειάστηκε να φάμε μπομπότα, είχαμε σιταρένιο ψωμί. Αυτοί που δεινοπάθησαν ήταν οι Καβαλιώτες. Έρχονταν και εξαργύρωναν τα χρυσαφικά τους και ό,τι πολύτιμο είχαν με είδη διατροφής.
Όταν στη Βουλγαρία κηρύχτηκε Κομμουνισμός, οι βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής στην Ελλάδα έπρεπε να παραδώσουν τον οπλισμό τους στους Βούλγαρους αντιφασίστες που ήρθαν να τους αντικαταστήσουν. Η προσπάθεια των Βούλγαρων κομμουνιστών να διασπάσουν τις δυνάμεις του βουλγαρικού εθνικισμού/φασισμού ήταν φανερή. Οι εθνικιστές αποχωρώντας πετούσαν τον οπλισμό τους και ό,τι άλλο θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο στις νέες δυνάμεις των κουμουνιστών για να μη πέσει στα χέρια τους. Κοντά στο σπίτι μου, πίσω από το σημερινό μύλο του Χρυσοχωρίου, ένας Βούλγαρος Ταγματάρχης για να μη παραδοθεί στους κομμουνιστές αυτοκτόνησε με το στρατιωτικό του περίστροφο. Φεύγοντας οι Βούλγαροι εγκατέλειπαν πολλά αντικείμενα από την καθημερινή τους διαβίωση. Η μητέρα μου βρήκε ένα μεγάλο κομμάτι μουσαμά και το έφερε στο σπίτι. Όμως κάποιος συγχωριανός το κατέδωσε στις βουλγαρικές αρχές και ήρθαν τρεις στρατιώτες για έλεγχο στο σπίτι. Το βρήκαν και αφού το τύλιξαν για να το πάρουν την χτυπούσαν με αυτό.
Στο δάσος του Κοτζά Ορμά στον ποταμό Νέστο δημιουργήθηκαν αντάρτικα σώματα. Καπετάνιος τους ήταν ο Καπετάν Βαγγέλης απ’ το χωριό μας. Οι αντάρτες έρχονταν τη νύχτα κρυφά στα σπίτια και μας ζητούσαν τρόφιμα. Προς το τέλος του πολέμου οι Βούλγαροι κομμουνιστές μπορούσαν σε κάποιες περιπτώσεις να κάνουν συνεργασίες με τους Έλληνες αντάρτες. Για παράδειγμα, με τη βοήθεια κάποιου ντόπιου βουλγαρόφωνου μετέφεραν στον Καπετάν Βαγγέλη στο Κοτζά Ορμάν μια μπαταρία για τη λειτουργία ραδιοφωνικού δέκτη.
Όταν απελευθερωθήκαμε από τους Βουλγάρους ξεκίνησε ο εμφύλιος. Η περίοδος αυτή ήταν χειρότερη απ’ την κατοχή γιατί Έλληνες πολεμούσαν Έλληνες. Κάποια παλικάρια απ’ το χωριό μας έχασαν τη ζωή τους στον εμφύλιο. Στην αρχή όλοι είχαμε έναν κοινό εχθρό, μετά διχαστήκαμε και συγγενείς και φίλοι σκοτώνονταν μεταξύ τους. Το 1949 κόπασαν τα πράγματα”.





